ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ ΜΟΝΩΤΙΚΟΥ ΕΛΑΙΟΥ

Η εταιρεία μας μπορεί να αναλάβει την προμήθεια μονωτικών ελαιών Μετασχηματιστών καθώς επίσης και τον έλεγχο διηλεκτρικής αντοχής δειγμάτων μονωτικού ελαίου Μετασχηματιστών για να διαπιστωθεί η κατάσταση του ελαίου και του Μετασχηματιστή.

 

 

Ο ρόλος του μονωτικού λαδιού σε οποιοδήποτε μετασχηματιστή είναι η ηλεκτρική μόνωση μεταξύ των τυλιγμάτων και τυλιγμάτων-γης καθώς επίσης και η μεταφορά της θερμότητας από τον πυρήνα και τα τυλίγματα προς το εξωτερικό σύστημα ψύξης.

 

Ο πυρήνας, τα τυλίγματα και τα στηρίγματα που συνιστούν τη στερεά μόνωση εμποτίζονται στο λάδι, το οποίο διεισδύει και γεμίζει τα μικρά διάκενα αέρα. Έτσι, εμποδίζει την εισχώρηση υγρασίας, διατηρώντας την ποιότητα του χαρτιού και των υλικών κυτταρίνης.

 

Όταν το χαρτί του μετασχηματιστή εμποτίζεται στο λάδι αποκτά και αυτό καλύτερες μονωτικές ιδιότητες. Επίσης, άλλη μία χρησιμότητα είναι ότι το λάδι απομακρύνει τα ξένα σωματίδια που υπάρχουν στους καινούργιους μετασχηματιστές, τα οποία κατακρατούνται από τη διάταξη διηθήσεως (φίλτρο).

 

Οι βασικές ιδιότητες που πρέπει να έχει το μονωτικό λάδι είναι:

 

 

    • υψηλή διηλεκτρική αντοχή, ώστε να υπάρχει αντίσταση στην διέλευση του ηλεκτρικού ρεύματος

 

    • μικρό ιξώδες, ώστε να ρέει ευκολότερα ακόμη και σε χαμηλές θερμοκρασίες

 

    • καθαρότητα, ώστε να μην περιέχονται σωματίδια που θα μπορούσαν να καταστρέψουν το σύστημα μόνωσης

 

 

Το επικρατέστερο μονωτικό λάδι είναι το ορυκτέλαιο. Το ορυκτέλαιο είναι συνήθως το μονωτικό υγρό αναφοράς με το οποίο συγκρίνονται τα υπόλοιπα μονωτικά λάδια αφού έχει μεγάλη διαθεσιμότητα και τον καλύτερο συνδυασμό τεχνικών χαρακτηριστικών-κόστους.

 

Οι περισσότεροι μετασχηματιστές είναι κατασκευασμένοι να λειτουργούν με ορυκτέλαια. Οι ηλεκτρικές και διηλεκτρικές ιδιότητες του λαδιού εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την περιεχόμενη υγρασία και την θερμοκρασία και η χρήση πρόσθετων αντιοξειδωτικών μπορεί να καθυστερήσει την γήρανση του λαδιού διατηρώντας κατά το δυνατόν σταθερά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του.

 

Στο παρελθόν ένα μεγάλο ποσοστό μετασχηματιστών χρησιμοποιούσαν χλωριωμένα συνθετικά υγρά αντί για ορυκτέλαιο για λόγους περιορισμού των αναφλέξεων και των εκρήξεων. Αυτά τα υγρά τα οποία είχαν ως βάση το πολυχλωριωμένο διφαινύλιο (C12H5CL5) γνωστό ως PCB, κυκλοφόρησαν στην αγορά με διάφορες εμπορικές ονομασίες. Η πιο διαδεδομένη είναι το Askarel, αλλά υπάρχουν και άλλες όπως Aroclor, Inerteen, Clophen, Pyranol, Nepolin κλπ.

 

Αργότερα, η χρήση των PCBs απαγορεύτηκε επειδή αποδείχθηκαν επιβλαβή για το περιβάλλον και τον άνθρωπο (καρκινογόνα). Έτσι αναπτύχθηκαν άλλα -μη τοξικά- μονωτικά λάδια όπως οι συνθετικοί εστέρες, σύνθετοι υδρογονάνθρακες, οι σιλικονούχοι υδρογονάνθρακες, τα λάδια συνθετικών υδρογονανθράκων και προσφάτως οι φυσικοί εστέρες (λάδια φυτικής προέλευσης). Όλα τα παραπάνω χρησιμοποιούνται συνήθως σε ειδικές περιπτώσεις και είναι 5-6 φορές ακριβότερα από τα κοινά ορυκτέλαια. Η ανάπτυξή τους σχετίζεται με την ανάγκη για ασφάλεια από φωτιά σε περίπτωση ανάφλεξης, καθώς επίσης και περιβαλλοντικούς λόγους. Ωστόσο αν και η συμπεριφορά τους είναι καταλληλότερη για υψηλές θερμοκρασίες, η απόδοση τους είναι περιορισμένη σε ιδιαίτερα ψυχρά κλίματα.

 

Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι κυριότερες ιδιότητες αυτών και το αντίστοιχο πρότυπο περιγραφής.

 

 

Μονωτικά λάδια Σημείο ανάφλεξης
(ºC)
Πυκνότητα
(kg/dm3)
Σχετική διαπερατότητα Σχετικό Πρότυπο
Ορυκτέλαια 145 0,88 2,2 IEC 60296
Σιλικονούχοι υδρογονάνθρακες 310 0,96 2,7 IEC 60836
Συνθετικοί εστέρες 275 0.97 3,2 IEC 61099
Συνθετικοί υδρογονάνθρακες 230 0,83 2,1 IEC 60867
Φυσικοί εστέρες 330 0,91 3,2 -